Παραπονεμένα λόγια έχουν τα τραγούδια μας, λες και τ' άδικο το ζούμε, μέσα από την κούνια μας...

Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

Νίκος Ντακάκης - Η αδελφότητα των στεναγμών

Νίκος Ντακάκης

Η αδελφότητα των στεναγμών

Α Α ΛΙΒΑΝΗ

Ο Κώστας έμεινε να τον κοιτάζει αμίλητος. Του είχε κοπεί η λαλιά από την έκπληξη. Αυτός τον ήξερε για σοβαρό. Έμεινε για λίγο σκεπτικός και μετά τον κοίταξε φανερά απορημένος.

«Δεν πιστεύω», του είπε, «να με κουβάλησες άρον άρον από τα Χανιά μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα, για να κουβεντιάσουμε για γυναικοδουλειές!»

Τον είδε όμως που συνέχιζε να είναι έτσι αναστατωμένος κι έκοψε την κουβέντα.

«Όχι, βρε Κώστα», τ’ απάντησε ο Αντώνης. «Ξέρω πόσο πνιγμένος είσαι αυτόν τον καιρό και δεν θα σε κουβαλούσα έτσι χωρίς σοβαρό λόγο. Αλλά δυστυχώς έχω μπλέξει. Έμπλεξα πριν από μερικούς μήνες με μια γυναίκα. Μη με ρωτήσεις σε παρακαλώ όνομα. Έτσι για πλάκα ξεκίνησα. Με ξέρεις τώρα εμένα, πότε είμαι εδώ και πότε εκεί».

Και βέβαια τον ήξερε καλά τον Αντώνη τον Κουταλά. Νέος, τριανταπεντάρης ήταν, ψηλός, όμορφος, επαγγελματίας. Όλες οι γυναίκες στη Χώρα τον καλόβλεπαν. Αλλά αυτός δεν είχε σκοπό να νοικοκυρευτεί. Του το είχε πει πολλές φορές ο Κώστας Αλεξίου «βρες μια καλή κοπέλα να παντρευτείς», του έλεγε, «πριν σε πάρουν τα χρόνια. Και πού είσαι; Εγώ κουμπάρος, έτσι;»

Χαμογελούσε τότε ο Αντώνης κι άλλαζε κουβέντα. Και τώρα του έλεγε πως είχε μπλέξει και μόνο ο ίδιος θα μπορούσε, λέει, να τον ξεμπλέξει!

«Μήπως ήρθε η ώρα;» τον ρώτησε.

«Για ποιο πράγμα;»

«Λέω, μήπως ήρθε η ώρα να νοικοκυρευτείς; Άμα είναι έτσι, να μου το πεις ν’ αρχίσω τις ετοιμασίες».

Ο Κώστας προσπαθούσε να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα, για να κάνει τον Αντώνη να του ανοιχτεί.

«Όχι, βρε Κώστα, δεν είναι τέτοιο πράγμα. Τέλος πάντων, έμπλεξα με μια γυναίκα που δεν μπορώ να την παντρευτώ. Μη με ρωτάς, σε παρακαλώ, λεπτομέρειες. Το σημαντικό είναι, πως αυτή η γυναίκα είναι έγκυος και δεν ξέρω τι να κάνω. Γι’ αυτό θέλω τη βοήθειά σου».

Αυτό κι αν ήταν απ’ τ’ άγραφα! Σοβάρεψε απότομα ο Κώστας μόλις τ’ άκουσε και τον κοίταξε παραξενεμένος.

«Και γιατί δεν ξέρεις τι να κάνεις; Τα παιδιά είναι ευλογία, Αντώνη παιδί μου. Παντρέψου την, να τελειώνεις».

«Σου εξήγησα πως δεν μπορώ να την παντρευτώ. Πίστευα πως θα μπορούσα να την πείσω να ρίξει το παιδί, αλλά αυτή είναι σκληρό καρύδι. Την πήρα με το καλό, την έριξα στο φιλότιμο, της αγρίεψα, την απείλησα, τίποτα αυτή, εκεί. Θα το κρατήσει, λέει, το παιδί και σαν γεννηθεί, θα διαλαλήσει σ’ όλη τη Χώρα πως είναι δικό μου. Θέλει να με εκβιάσει, Κώστα, να με κάνει ρεζίλι. Θέλει να μάθουν όλοι, λέει, τι άνθρωπος είμαι. Γι’ αυτό και θα το κρατήσει, λέει, το παιδί και σαν μεγαλώσει, θα φροντίσει να με γνωρίσει. Μπαμπά θα με φωνάζει μπροστά σ’ όλον τον κόσμο. Θα με καταστρέψει σου λέω. Γι’ αυτό ζητώ τη βοήθειά σου».

«Κι εγώ, τι μπορώ να κάνω;»

«Ξέρω πως είσαι φίλος μου. Ο ίδιος μου έχεις πει πως είσαι φίλος και με τον μαιευτήρα τον Γαλάνη. Αυτός όλο και κάτι θα μπορεί να κάνει. Ας της πει πως είναι άρρωστη και πρέπει να βγάλει το παιδί. Ας της πει ό,τι θέλει. Εν ανάγκη, ας τη ναρκώσει κι ας το βγάλει παρά τη θέλησή της. Δεν ξέρω τι άλλο να σου πω, Κώστα μου, τα έχω χαμένα».

Ο Κώστας Αλεξίου δεν πίστευε στ’ αυτιά του. Όλα τα περίμενε, αλλά όχι αυτό. Άλλαξε δέκα χρώματα μέχρι να τα καταφέρει ν’ αρθρώσει μια λέξη.

«Άκουσε, Αντώνη», του είπε στο τέλος. «Καθαρές κουβέντες. Ξέρεις πόσο πολύ σ’ αγαπώ. Καλύτερα κι από αδελφό μου σ’ έχω, αλλά, δυστυχώς, δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Αν δεν συμφωνήσει η ίδια, δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Καταλαβαίνεις τι μου ζητάς; Κανείς δεν πρόκειται να δεχτεί να κάνει τέτοιο πράγμα. Θα πάμε όλοι στη φυλακή, το καταλαβαίνεις; Άφησέ με λίγο να το σκεφτώ καλύτερα και θα δω τι λύση μπορεί να βρεθεί».

Δεν υπάρχουν σχόλια: